Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Η αρχιτεκτονική των τόπων λατρείας




Εντοπίσαμε μια μελέτη που αναφέρεται στο ναό του Επικούριου Απόλλωνα και έχει ενδιαφέρον, όχι τόσο για την αρχιτεκτονική του μνημείου αλλά για τη σύγκριση με λατρευτικούς χώρους άλλων εποχών και άλλων τόπων. Είναι η εργασία της Μελίνας Λασηθιωτάκη από το Πολυτεχνείο Κρήτης και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών. Επίσης σημειώνουμε την αναφορά της στο blog μας. Οι 3 ναοί που αποτελούν το αντικείμενο της μελέτης και της σύγκρισης είναι ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, ο ναός της Παναγίας Σκριπού στη Βοιωτία και ο καθεδρικός Ναός της Αμιένης.

Στο κεφάλαιο με τίτλο: Η γενική αισθητική θεώρηση κάθε εξεταζόμενης εποχής και η έκφρασή της στα εν λόγω μνημεία, η ερευνήτρια σημειώνει:
«Στην αρχαία κλασική εποχή, την εποχή που χτίστηκε ο Ναός του Επικούριου Απόλλωνα, το αίσθημα του Υψηλού γεννιέται από τον φόβο μπροστά στις αδάμαστες δαιμονικές δυνάμεις της φύσης, και γι’ αυτό η τέχνη δίνει στους θεούς τη μορφή του τερατώδους και χτίζει τους ναούς κολοσσιαίους. Στην Ελλάδα, η διάθεση του Υψηλού γαληνεύει, γιατί ο άνθρωπος τότε ορθολογίζεται, ζει σε αρμονία με τη φύση και εξανθρωπίζει τους θεούς. Και γι’ αυτό η ελληνική τέχνη προσπαθεί να εξιδανικεύσει το ανθρώπινο σώμα σε θείο με εναρμόνιες αναλογίες και να χτίσει τους ναούς κατά το πρότυπο της κατοικίας του ανθρώπου. Όσο κι αν τα ανθρώπινα μέτρα υπερβάλλονται στην παράσταση των θεών, η στην κατοικία τους, δεν αποβλέπει η υπερβολή αυτή στην ποσοτική μεγαλοσύνη, αλλά στην ποιοτική υπεροχή. Και επειδή τα πρότυπα του ανθρώπινου σώματος και της κατοικίας του διατηρούνται, η ποιοτική υπεροχή ναών και θεών δεν τρομάζει τον άνθρωπο. Τον γαληνεύει και τον ενθουσιάζει με την ομορφιά. Το αίσθημα της συντριβής μπροστά τους του είναι άγνωστο, κι έτσι η εκστατική μέθη του Υψηλού μεταπίπτει σε ένα φρόνημα χαράς, του οποίου οι διανοητικοί τόνοι ελίσσονται στη δεσπόζουσα κλίμακα του Ωραίου.

Στη χριστιανική εποχή, την εποχή που χτίστηκε η Παναγία της Σκριπού, το αίσθημα του Υψηλούστρέφεται πάλι προς το απροσμέτρητο, αλλά αυτή τη φορά αναζητάει να εκφράσει το άπειρο του πνεύματος και όχι το κολοσσιαίο και το τερατώδες των υλικών δυνάμεων της φύσης. Τον φόβο όμως και τον τρόμο δεν τον γαληνεύει η διάνοια αλλά το αίσθημα της άπειρης αγάπης. Γι’ αυτό η τέχνη εξαΰλώνει τη μορφή του Θεανθρώπου, ώστε να φανεί το πνεύμα της Παντοδυναμίας, και για να χωρέσει στους ναούς που χτίζει, καθιστά άπειρο τον χώρο και μας ανεβάζει εκστατικούς σε υπέροχα ύψη. Η μαγική στροφή του ανθρώπου προς τα έσω, η ξαφνική αποκάλυψη ενός αιώνιου φωτός στην ψυχή του πιστού.

Στη γοτθική πνευματική και μορφολογική βούληση, είναι χαρακτηριστική η δημιουργία απόστασης και δέους στον άνθρωπο. Τo επιβλητικό αρχιτεκτονικό ύφος των γοτθικών καθεδρικών ναών εξυπηρετεί στην μετάδοση του θρησκευτικού μηνύματος της μεγαλοσύνης του Θεού σε αντιδιαστολή με την ταπεινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταυτόχρονα η ιδεολογία της εποχής είχε αλλάξει. Στο προσκήνιο είχε έρθει η εκτίμηση του πνεύματος και η περιφρόνηση του κόσμου της ύλης μέσα από την άϋλη φύση του χριστιανικού θεού. Μέσα στον καθεδρικό ναό, με τις οξείες απολήξεις του, που όπως φαίνεται, τοξεύει στον ουρανό, απεικονίζεται η μεσαιωνική κοσμοθεωρία με τη θεοκρατική ιεράρχηση, κλιμάκωση και διαφοροποίηση».

Τέλος καταλήγει στα εξής συμπεράσματα:
Με την έρευνα αυτή πάνω σε τρεις διαφορετικές περιόδους και τη μελέτη των τριών αυτών ναών που τις αντιπροσωπεύουν θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε τα εξής συμπεράσματα:
Στην εποχή της κλασική αρχαιότητας, εκείνης του Ναού του Επικούριου Απόλλωνα, οι ναοί αποτελούσαν τα σημαντικότερα από πλευράς αίγλης οικοδομήματα, αντάξια στη μεγαλοσύνη των θεών τους. Ο ναός ήταν αποκλειστικά οίκος του θεού. Οι αρχιτέκτονες διαμόρφωσαν το κτίσμα με όση τέχνη και μαεστρία κατείχαν, τόσο για να τονίσουν το μεγαλείο του θεού όσο και για την αισθητική απόλαυση των προσκυνητών. Οι βασικές αρχές της αρχιτεκτονικής ήταν η συμμετρία, οι αναλογίες και η εσωτερική κλίμακα. Δεν έπαιζε ρόλο το μέγεθος αλλά η ποιότητα, το αίσθημα της αρμονίας, που απέδωσαν το κάλλος και το μέτρο στα έργα της εποχής.

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού η βυζαντινή τεχνοτροπία χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία μιας αμιγώς θρησκευτικής τέχνης, σκοπός της οποίας δεν είναι τόσο η αναζήτηση του κάλλους και της αρμονίας όσο η εσωτερικότητα, ο συμβολισμός και η υποβολή της θρησκευτικής συγκίνησης. Στη βυζαντινή τέχνη λοιπόν πρέπει να αναζητούμε το Υψηλό. Η έκφρασή του είναι εσωτερικότερη, πνευματικότερη και δυναμική όσον αφορά το ναό. Ο θεατής συμπάσχει, εμβιώνει και συμμετέχει στη δράση. Τα υψηλά έργα αποτείνονται στο συναίσθημα, στην ψυχή με δυνάμεις υπερβατικές και οντότητες μεταφυσικές που αποδίδονται στο εσωτερικό του βυζαντινού ναού.
Τέλος, στα κλασικά παραδείγματα των γοτθικών καθεδρικών ναών, όπως εκείνου της Αμιένης, έχει κανείς την αίσθηση μιας μεγάλης αρχιτεκτονικής στην οποία η λύση των κατασκευαστικών προβλημάτων έδωσε καιευτυχέστερα αισθητικώς αποτελέσματα: την εξαΰλωση και την ανάταση, την δημιουργία ενός εσωτερικού χώρου που το μεγαλείο του
εκμηδένιζε τον άνθρωπο και τον έκανε να αισθανθεί μοναδικό θρησκευτικό δέος. Στη γοτθική τέχνη, λοιπόν, κυριαρχεί το αίσθημα του Ωραίου που αποτείνει στην αντίληψη και στο πνεύμα. Γι’ αυτό και το μέγεθος και η τάξη είναι πάντα μετρημένα και σαφή.Δίνει την εντύπωση του κολοσσιαίου στα όρια του τερατώδους γιατί ρίχνει το βάρος στη μορφή, η οποία διατηρεί κάποια αξία και ο συμβολισμός τυφλών δυνάμεων καιυπερφυσικών οντοτήτων γίνεται σκοπός.

Ολη η εργασία στη διεύθυνση: http://www.arch.tuc.gr/lessons/istoria_theoria_2/mel%20las%20istoria%203.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου