Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Επικούριος Απόλλωνας υπό το σεληνόφως














Ο περικαλλής ναός του Επικούριου Απόλλωνα, που αποκαλείται και “Παρθενώνας της Πελοποννήσου”, ως έργο του Ικτίνου, είναι το πρώτο ελληνικό μνημείο που ενεγράφη, το 1986, στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, αλλά παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό. Η γεωγραφική θέση του μνημείου, στην ερημική τοποθεσία Βάσσες του δήμου Είρας στην καρδιά της ορεινής Πελοποννήσου σε υψόμετρο 1.131 μ. τον καθιστά σχεδόν απρόσιτο και εμποδίζει την ανάδειξή του. Ταυτόχρονα, όμως, το ερημικό, αυστηρό, ορεινό, μυστηριώδες και επιβλητικό τοπίο προσδίδει στο ναό ξεχωριστή ομορφιά.

Το μνημείο συνδέεται άρρηκτα με την ιστορική περίοδο που αντιπροσωπεύει και με τον χώρο στον οποίο βρίσκεται. Αποτελεί δείγμα τολμηρής αρχιτεκτονικής με το συνδυασμό και των τριών ρυθμών της αρχαιότητας και την προσαρμογή στις τοπικές λατρευτικές ιδιομορφίες . Είναι ένα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο. Δεν αντανακλά μόνο την αρχιτεκτονική και την τεχνολογία της εποχής του, αλλά είναι και μαρτυρία διαχρονική και με τις μεταγενέστερες μεταβολές. Οι ελάχιστοι επισκέπτες αποζημιώνονται με το εκπληκτικό θέαμα που αντικρίζουν. Βέβαια τα τελευταία χρόνια έχει περιοριστεί η ανεμπόδιστη αναδρομή στα βάθη του χρόνου και η έμμεση μεταφορά στην κλασική περίοδο, επειδή από το 1987 ο ναός έχει καλυφθεί από ειδικό προσωρινό στέγαστρο και παράλληλα εκτελούνται εργασίες αποκατάστασης του μνημείου.

Στο πλαίσιο της ανάδειξης του ναού πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουλίου το 2008, η εκδήλωση «Επικούριος Απόλλωνας υπό το σεληνόφως». Εκατοντάδες τυχεροί θεατές παρακολούθησαν μια μοναδική βραδιά πολιτισμού κάτω από το φως της πανσελήνου στην κορυφή του όρους Κωτίλιον στον αρχαιολογικό χώρο δίπλα στο ναό.

Συνδιοργανωτές της εκδήλωσης ήταν το Κέντρο Πολιτισμού UNESCO Αρκαδίας, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μεσσηνίας και ο Δήμος Είρας. Στο χαιρετισμό τους οι εκπρόσωποι των συνδιοργανωτών υπενθύμισαν την εκστρατεία για την επιστροφή της ζωφόρου, που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, και την ανάγκη επίσπευσης των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου. Βέβαια η επιστροφή της ζωφόρου, την παρούσα στιγμή, μοιάζει μια πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση. Ωστόσο θα μπορούσε παράλληλα με τις εργασίες αποκατάστασης να προβλεφθεί η κατασκευή ενός μουσείου που θα στέγαζε τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, που αυτή τη στιγμή φιλοξενούνται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας. Ταυτόχρονα αυτό το μουσείο, εκτός από την αύξηση των επισκεπτών και την αναβάθμιση του αρχαιολογικού χώρου, θα αποτελούσε ισχυρό όπλο στην εκστρατεία για την επιστροφή της ζωφόρου. Υπενθυμίζεται ότι για την κατασκευή μουσείου υπάρχει μελέτη-πρόταση του Γ. Αγγελή πανεπιστημιακού στο Πολυτεχνείο Ξάνθης.

Με τη συνοδεία των ήχων της αρχαιοελληνικής μουσικής, από το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής Κληρονομιάς «Λύραυλος», οι θεατές ταξίδεψαν σε χρόνους μακρινούς και αντάμωσαν τον Απόλλωνα και τον Πάνα, που σύμφωνα με τη Μυθολογία σε αυτά τα βουνά υπηρετούσαν τη μουσική με τη λύρα και τον αυλό.

Η κορυφαία ηθοποιός Εύα Κοταμανίδου απάγγειλε το ποίημα «Βάσσες» του νομπελίστα Ιρλανδού Seamus Heaney. Επίσης διάβασε το κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη, από την «Αναφορά στον Γκρέκο», που περιγράφει την επίσκεψή του στο ναό το 1937.
Οι θεατές μέσα από το ντοκιμαντέρ «Επικούριος Απολλων» της Εφης Ξηρού, ξεναγήθηκαν τόσο στη διαχρονική παρουσία του μνημείου, όσο και στο πρόγραμμα αποκατάστασής του.

Η προβολή της ταινίας μικρού μήκους του Jean-Daniel Pollet, λειτούργησε λυτρωτικά και για λίγα λεπτά… απελευθέρωσε το ναό από το στέγαστρό- φυλακή. Οι εικόνες του 1964 με τη συνοδεία του κειμένου του Alexandre Astruc απογείωσαν τους θεατές και ελευθέρωσαν τους κίονες του ναού. Ο πρωτοποριακός και ανατρεπτικός Γάλλος σκηνοθέτης, που βρήκε καταφύγιο στις Βάσσες «το άκρον άωτον της μαγείας» και εκμυστηρεύτηκε ότι «αυτός ο ναός υπήρξε, για μια δεκαετία περίπου, το κέντρο του κόσμου για μένα. Όταν ανακάλυψα τις Βάσσες, σκέφτηκα: Εδώ πρέπει να υπάρξεις», άφησε με αυτό το έργο του μια ιστορική και καλλιτεχνική μαρτυρία.

Υπεύθυνος για το πρόγραμμα και την οργάνωση της εκδήλωσης ήταν ο δημοσιογράφος Βασίλης Νικολόπουλος. Την καλλιτεχνική επιμέλεια είχε ο σκηνοθέτης Στάθης Ρέππας.
Η εκδήλωση επιβεβαίωσε ότι αυτά τα ερείπια εκπέμπουν ισχυρά σήματα στο παρόν και είναι σίγουρο ότι θα στέλνουν και στο μέλλον όταν τα περισσότερα από τα έργα του σήμερα θα έχουν ξεχαστεί. Αυτή η αποδοχή της συμβολής τους στη διατήρηση και συνέχεια του προγονικού πολιτισμού, που είναι η βάση της πολιτισμικής ανέλιξης της χώρας, επιβάλλει και την ανάγκη της αναγνωσιμότητας και διδακτικότητας των μνημείων.
Στις διευθύνσεις http://www.youtube.com/watch?v=iL2UEEd5dy4 και http://www.youtube.com/watch?v=CDfJkAKdND0 υπάρχουν 2 εξαιρετικά βίντεο από την εκδήλωση

1 σχόλιο:

  1. Αλλοι καιροί ....

    Στο προηγούμενο φύλλο του περιοδικού «Επικούριος Απόλλων» δημοσιεύτηκε ένα ανυπόγραφο κείμενο για την εξαιρετική εκδήλωση «Επικούριος Απόλλωνας υπό το σεληνόφως». Πράγματι ήταν ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός, που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του δήμου μας και της ευρύτερης περιοχής. Σε αυτό συνέβαλαν και οι αναφορές τόσο από τοπικά ΜΜΕ όσο και πανελλαδικά.
    Αξίζουν ειλικρινά συγχαρητήρια στο Δήμαρχό μας, στο Δημοτικό Συμβούλιο και τους άλλους συνδιοργανωτές (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μεσσηνίας και Κέντρο Πολιτισμού UNESCO Αρκαδίας). Επίσης αξίζει ειδική αναφορά στους σπουδαίους καλλιτέχνες, που με την παρουσία τους έδωσαν ξεχωριστή ποιότητα σε αυτή την εκδήλωση, που εξελίχθηκε σε πολιτιστική μυσταγωγία κάτω από το φως της πανσελήνου και δίπλα στο μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η επιτυχία αυτή πρέπει να αποτελέσει τη βάση για την καθιέρωση αντίστοιχων ετήσιων εκδηλώσεων που θα λάβουν τη μορφή πολιτιστικού θεσμού με πανελλαδική εμβέλεια, που θα ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στο πολιτιστικό μέγεθος του Επικούριου Απόλλωνα. Πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι η ένταξη της εκδήλωσης στο πρόγραμμα του υπουργείου Πολιτισμού «Αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία με την Πανσέληνο».
    Όμως επισημαίνω την παράλειψη αναφοράς στη συμβολή, για την επιτυχία της εκδήλωσης, του συνδημότη μας (Μαριναίου) Βασίλη Νικολόπουλου, που εμπνεύστηκε αυτή την εκδήλωση, εργάστηκε μεγάλο χρονικό διάστημα αφιλοκερδώς για την πραγματοποίησή της και εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο για τον ναό του Επικούριου Απόλλωνα.


    Η αρπαγή των γλυπτών

    Επίσης θα ήθελα να εκφράσω τη διαφωνία μου με την άποψη, που αναφέρεται στο κείμενο, για την αιματηρή αντίσταση των παλικαριών μας απέναντι στους αρχαιοκάπηλους λόρδους που λεηλάτησαν το ναό το 1812. Δυστυχώς, πρόκειται για μια μυθοπλασία, που έχει καταγραφεί κατ΄ επανάληψη και τείνει να γίνει θρύλος. Ένας θρύλος που εξυπηρετεί τα σημερινά δεδομένα για τον πνευματικό πατριωτισμό των Ελλήνων και τη συνέχεια της πολιτιστικής μας παράδοσης. Οι έγγραφες μαρτυρίες και τα ιστορικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν την προαναφερόμενη στάση των προγόνων μας, ως γενναία. Όχι, βέβαια, από έλλειψη γενναιότητας, αφού λίγα χρόνια αργότερα είχαν σημαντική συμβολή στον απελευθερωτικό αγώνα, αλλά λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην υπόδουλη τότε Ελλάδα και ειδικά στην περιοχή μας.
    Οι συνθήκες που διαμόρφωναν τη συμπεριφορά των Ελλήνων εκείνης της εποχής, ήταν πολύ διαφορετικές από τις σημερινές. Για τους περισσότερους από τους υπόδουλους Ελληνες η πνευματική διάσταση της αρχαίας Ελλάδας ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Ειδικά στους αγροτικούς οικισμούς, όπως η περιοχή μας, ήταν επόμενο να μην υπάρχει ιδιαίτερη γνώση και ενδιαφέρον για τα αρχαία μνημεία. Αλλωστε ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα ήταν ξεχασμένος μέχρι το 1765, που τον εντόπισε ο Γάλλος αρχιτέκτονας Bocher.

    Αξιοσημείωτη είναι η θέση του Αδαμάντιου Κοραή, που αντικατοπτρίζει τον τρόπο σκέψης ενός τμήματος της ελληνικής διανόησης της προεπαναστατικής εποχής για την τύχη των αρχαιοτήτων. Ο κορυφαίος εκφραστής του Ελληνικού Διαφωτισμού, εκείνη την περίοδο, δυστυχώς, θεωρούσε δικαιολογημένη τη μεταφορά των αρχαιοτήτων στα μουσεία της «φωτισμένης Ευρώπης», μέχρι να αποκτήσουν οι Ελληνες συνείδηση της αξίας των πολιτιστικών τους θησαυρών. Βέβαια, όταν άρχισαν να διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για τον εθνικό ξεσηκωμό, ήταν ο πρώτος που πρότεινε τη δημιουργία Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

    Στο ίδιο κλίμα το περιοδικό «Λόγιος Ερμής», που ήταν το εγκυρότερο και σοβαρότερο έντυπο του Ελληνικού Διαφωτισμού, δημοσίευσε χωρίς κανένα αρνητικό σχόλιο τη δημοπρασία που πραγματοποίησαν, για τη ζωφόρο του ναού, οι αρχαιοκάπηλοι λόρδοι στη Ζάκυνθο το 1814. Στο ίδιο φιλολογικό περιοδικό είχαν δημοσιευτεί θετικές απόψεις για την αρπαγή των γλυπτών του Παρθενώνα από τον Ελγιν.

    Το τέλος της λειτουργίας του ναού ως τόπου λατρείας, παράλληλα με την άγνοια για την τεράστια πολιτιστική σημασία του μνημείου επέφερε μεγάλες ζημιές στο εκπληκτικό έργο του Ικτίνου. Διαχρονικά καταστροφική για το μνημείο αποδείχθηκε η ύπαρξη μεταλλεύματος που λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ των αρχιτεκτονικών μελών του ναού. Κάτοικοι της περιοχής στην προσπάθεια της επιβίωσής τους, αγνοώντας τις επιπτώσεις των ενεργειών τους, αφαίρεσαν μεταλλικούς συνδέσμους με σκοπό την κατασκευή γεωργικών εργαλείων και οικιακών σκευών.
    Ακόμα και για πιο σοβαρούς λόγους αφαιρέθηκαν σύνδεσμοι με επακόλουθο, όμως, την καταστροφή κιόνων. Όπως γράφει ο περιηγητής T. Abercromby Trant, κάτοικος γειτονικού χωριού, που τον φιλοξένησε το 1830, καυχιόταν ότι είχε γκρεμίσει δύο κίονες του ναού για να χρησιμοποιήσει το μέταλλο των συνδέσμων ανάμεσα στους σπονδύλους για πολεμήσει το στρατό του Ιμπραήμ.

    Ιδιαίτερα αρνητικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι διοικητής του Μοριά την περίοδο της αρπαγής ήταν ο Βελή πασάς, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά από το 1807 έως το 1812. Ενας από τους ελάχιστους αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που είχε στοιχεία Δυτικής παιδείας και γνώσεις αρχαιολογίας. Ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, είχε προχωρήσει ακόμη και σε προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δεσμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.
    Με αυτά τα δεδομένα, παράλληλα με τη φιλοχρήματη διάθεσή του Βελή πασά, η ομάδα των δυτικών αρχαιολατρών έλαβε άδεια για τις ανασκαφές. Αυτή η αρνητική συγκυρία συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην πραγματοποίηση των σχεδίων των αρχαιοκαπήλων, αλλά την ίδια περίοδο αρπαγές αρχαιοτήτων έγιναν και σε άλλους αρχαιολογικούς χώρους που δεν άνηκαν στην εξουσία του Βελή πασά.

    Η περιγραφή των λόρδων
    Επιπρόσθετα οι αναλυτικές περιγραφές των αρχαιοκάπηλων λόρδων, που μοιάζουν να είναι ειλικρινείς, δεν αναφέρουν κάποια αντίσταση κατά τη διάρκεια της ανασκαφής. Την αντίδραση, κοντά στο Στόμιο, κατά τη μεταφορά προς τη θάλασσα την αποδίδουν σε οικονομικά κίνητρα, που κατά τα γραφόμενά τους ξεπεράστηκε με την πληρωμή περισσοτέρων χρημάτων από ό,τι αρχικά είχε συμφωνηθεί. Αυτή η εκδοχή μοιάζει ως η επικρατέστερη, γιατί αν τα κίνητρα ήταν διαφορετικά η αντίδραση αυτή θα είχε εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα πριν αφαιρεθούν από το ναό τα γλυπτά και φορτωθούν στα ζώα για να μεταφερθούν εκτός Ελλάδας.
    Στην αναλυτική και γλαφυρή περιγραφή του, ένας εξ αυτών, ο Stackellberg γράφει μεταξύ άλλων:
    « Όταν έφτασε πια στο ναό ολόκληρη η συντροφιά μας, που μαζί με τους συνοδούς αριθμούσε δεκατέσσερα άτομα, ειδοποιήθηκαν αμέσως οι βοσκοί της γύρω περιοχής να έρθουν να εργαστούν στην ανασκαφή. Ευχαριστημένοι με την πολλά υποσχόμενη ευκαιρία μιας καλύτερης δουλειάς, όλοι οι χεροδύναμοι νέοι άφησαν τους γέρους, τις γυναίκες και τα παιδιά κοντά στα κοπάδια και ήρθαν να δουλέψουν. Τους εμψύχωνε ο ζήλος για την αποστολή, χωρίς να έχουν κανένα υψηλό κίνητρο, εκτός από την περιέργεια να μάθουν τι μπορούσε άραγε να κρύβεται κάτω από αυτή την παράξενα επιβλητική μεγαλοπρέπεια, που νόμιζες πως είχε δημιουργηθεί ως διά μαγείας. Βέβαια, η φήμη των Ελλήνων ζει ακόμη ανάμεσα τους, και με το όνομα αυτό αποκαλούν καθετί το ηρωικό ή γιγάντιο• απέχουν όμως πολύ από το να θεωρούν τους εαυτούς τους κληρονόμους της δόξας των αρχαίων κατοίκων της χώρας, πράγμα για το οποίο οι άλλοι Έλληνες, ακόμα και τώρα, δύσκολα κρύβουν την υπερηφάνεια τους. Απεναντίας, ο απλοϊκός νους αυτών των βοσκών θεωρεί τους Έλληνες πρόγονους των Φράγκων, επιτήδειους ξένους που άλλοτε υπήρξαν κύριοι αυτής της χώρας• έτσι εξηγούν και τις συχνές επισκέψεις των Ευρωπαίων περιηγητών και τη μεγάλη σημασία που δίνουν σε ό,τι έχει απομείνει από τα έργα τους.
    Στη συμπεριφορά αυτών των βοσκών διακρίνεται μια δυσπιστία, στα πρόσωπα τους μια σκιά μελαγχολίας, την οποία έχει αφήσει η ανέχεια, η έλλειψη επικοινωνίας και οι συνθήκες γενικώς της διαβίωσης. Πολύ σπάνια συναντά κανείς σ' αυτούς την τάση για πανουργία, απάτη και φιλονικίες, την οποία γενικώς προσάπτουμε στους Έλληνες.
    Με το πλήθος των βοσκών που κατέφθασε, ζωντάνεψε πλέον όλη η περιοχή. Απασχολούσαμε καθημερινά εκατόν είκοσι, συχνά όμως και περισσότερους. Μιας και όλες οι κατοικημένες περιοχές απείχαν πολύ και η τοποθεσία ήταν δύσβατη, η συντροφιά είχε πάρει την απόφαση να εγκατασταθεί κοντά στο ναό για όλη τη διάρκεια της ανασκαφής. Στήσαμε σκηνές, αλλά καθώς δεν μπορέσαμε να βρούμε αρκετές, κατασκευάσαμε καλύβες από φρεσκοκομμένα κλαδιά βελανιδιάς.
    Η φήμη της αποικίας των Φράγκων διαδόθηκε αμέσως παντού. Οι επίσημοι από τις γειτονικές κωμοπόλεις ήρθαν για επίσκεψη και στρώθηκαν επάνω στα χαλιά τους γεμάτοι νωθρή περιέργεια, παίζοντας με τα κομπολόγια που κρατούν συνεχώς στα χέρια τους, χωρίς να κατανοούν το ενδιαφέρον μας για τις πέτρες του ναού. Τους υποδεχτήκαμε κατά το ανατολίτικο έθιμο, με ναργιλέ και καφέ τον οποίο σερβίρουν συνήθως οι νεότεροι, όπως και το κρασί, και τον προσφέρουν πάντοτε με μια χαριτωμένη κίνηση, φέρνοντας το χέρι τους στην καρδιά.
    Μουσικοί είχαν έρθει με δική τους πρωτοβουλία από τη μακρινή πολίχνη για να εμψυχώσουν, σύμφωνα με το παλιό τοπικό έθιμο, τους εργάτες. Τους δεχτήκαμε για όλη τη διάρκεια των ανασκαφών και, ακριβώς όπως στην ίδρυση των Θηβών και των Μεγάρων ή όπως στην ανοικοδόμηση της Μεσσήνης, συνόδευε κι εδώ η μουσική τις ζωηρές φωνές των εργατών και το θόρυβο από το κύλισμα των μαρμάρων. Έδινε επίσης το σύνθημα για την έναρξη και το τέλος της εργασίας. (…)
    Όταν φορτώθηκαν οι αρχαιότητες, συγκινημένοι είδαν οι βοσκοί τους ξένους να αναχωρούν, γιατί αναλογίζονταν πόσο φιλικά τους είχαν φερθεί και πόσο τους ευεργέτησαν στη διάρκεια της παραμονής τους. Ο γεροντότερος του Σκληρού και συνάμα αρχηγός και πατριάρχης του γένους των βοσκών που αποτελούν τον πληθυσμό του μικρού χωριού, χαιρέτησε τους ταξιδιώτες με μια χαρακτηριστικά πατριαρχική έκφραση: τους ευχήθηκε «ώραις καλαίς» και τους διαβεβαίωσε πως κάθε καλοκαίρι θα τους θυμάται, πως τα παιδιά του θα διηγούνται στα εγγόνια του, και εκείνα στα δισέγγονα του και ούτω καθεξής στις επόμενες γενιές, πώς είχαν ζήσει μαζί με τους Φράγκους».

    Η σημερινή πρόκληση
    Η παράθεση αυτών των στοιχείων δεν αποτελεί μομφή για τους κατοίκους εκείνης της εποχής, αλλά έμμεση προτροπή στους σημερινούς, που με πολύ καλύτερους όρους καλούνται να αξιοποιήσουν και να αναδείξουν τον πολιτιστικό θησαυρό που βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου μας.
    Η πρωτοβουλία για την επιστροφή της ζωφόρου, που έχουν αναλάβει ο Δήμος Είρας, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μεσσηνίας και η Ομοσπονδία Συλλόγων Χωριών Ορεινής Τριφυλίας πρέπει να αποτελέσει, με τη συμμετοχή όλων μας, τον κεντρικό άξονα της προσπάθειας για την ανάδειξη του ναού του Επικούριου Απόλλωνα. Αυτή η πρωτοβουλία, θα πρέπει να συνδυαστεί με την κατασκευή μουσείου στις Βάσσες, που σε πρώτη φάση θα στεγάσει τα αρχαιολογικά ευρήματα της ευρύτερης περιοχής, που αυτή τη στιγμή φιλοξενούνται στο μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
    Παράλληλα με την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου, η κατασκευή μουσείου θα αποτελέσει ένα ισχυρό επιχείρημα για την επιστροφή της ζωφόρου, ενώ ταυτόχρονα θα αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των επισκεπτών και θα αναβαθμίσει την πολιτιστική σημασία του ναού.
    Η υλοποίηση αυτού του μεγάλου και δύσκολου στόχου προϋποθέτει τη στήριξη της πολιτείας, των φορέων και των ανθρώπων του πνεύματος.
    Εμείς μπορούμε να κάνουμε την αρχή.


    Κώστας Λυμπερόπουλος

    Μαρίνα - Δήμος Είρας

    ΑπάντησηΔιαγραφή